Αρχική ΑΓΡΙΑ ΟΡΝΙΘΟΠΑΝΙΔΑ Τα πουλιά της Ελλάδας

Τα πουλιά της Ελλάδας

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

 

O  χώρος

Με συνολική έκταση 131.990 km2 η Ελλάδα είναι μια σχετικά μικρή χώρα, αλλά με μια φυσιογνωμία μοναδική στον Ευρωπαϊκό χώρο.

Μέσα στις χιλιετίες που ακολού­θησαν τη βύθιση της Αιγηίδος, τε­ράστιες γεωλογικές μεταβολές δημιούργησαν τη σημερινή μορφή της-χώρας, που είναι ταυτόχρονα ορεινή και θαλασσινή. Ορεινή με το ψηλό­τερο βουνό της Βαλκανικής (Όλυμπος 2.91 7 μ.) και με 45 άλλες κορφές να ξεπερνούν τα 2.000 μ. Αλλά και θαλασσινή με 15.020 km ακτογραμ­μής, 600 νησιά και ξερονήσια και τρία πέλαγα που στο βαθύτερο τους σημείο, νότια της Πελοποννήσου, φτάνουν τα 5.123 μ.

Ίδια αντίθεση παρουσιάζει και το κλίμα. Δύο κλιματικοί τύποι υπάρ­χουν στην Ελλάδα: ο Μεσογειακός και ο Μεσευρωπαικός. με πολλές διαβαθμίσεις μεταξύ τους, ανάλογα με το ανάγλυφο, την περιοχή κ.λπ.

 

Στην πολυμορφία των δύο αυτών βασικών παραγόντων (ανάγλυφο και κλίμα) οφείλεται η ύπαρξη στη χώρα μας μιας μεγάλης ποικιλίας βιοτόπων: αλπικές ζώνες στην Πίνδο, αλλά και στην Πελοπόννησο, πυκνά ελατοδάση στ’ Άγραφα αλλά και στον Ταΰγετο, «παρθένες» εκτάσεις με οξιές και ερυθρελάτη στη Ροδόπη, αλλά και υπολείμματα φοινικοδά­σους στην Ανατολική Κρήτη. Βραχονήσια και φαράγγια, υγρότοποι και οροπέδια, αμμοθίνες και φρυγανότοποι, καλαμιώνες και πευκοδάση συντηρούν μια πολύ πλούσια σε ποικιλία χλωρίδα και πανίδα.

 

Λόγω της γεωγραφικής θέσης της χώρας μας ανάμεσα σε τρεις ηπεί­ρους, η πανίδα της Ελλάδας περι­λαμβάνει ευρωπαϊκά, ασιατικά και αφρικανικά είδη. Παρατηρούνται και αρκετά επιδημητικά, δηλαδή είδη που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στον κόσμο. Χαρακτηριστικό πάντως της ελληνικής πανίδας είναι οι μικροί πληθυσμοί των περισσότερων ειδών, αφού ο έντονος κατακερματισμός των βιότοπων και η μικρή κλίμακα του χώρου δεν ευνοούν την ανά­πτυξη μεγάλου αριθμού ατόμων από κάθε είδος.

 

Oι βιότοποι

Από ζωογεωγραφική άποψη η Ελ­λάδα ανήκει στη Δυτική Παλαιαρκτική περιοχή που περιλαμβάνει ολό­κληρη την Ευρώπη, τη Β. Αφρική και τη Μ. Ανατολή.

Σύμφωνα με πρόσφατη ταξινόμη­ση, έχουν αναγνωριστεί στον Ευρω­παϊκό χώρο 43 διαφορετικοί τύποι βιοτόπων, στους οποίους ζουν ανάλογα είδη πουλιών. Ειδικότερα στην Ελλάδα υπάρχουν 29 τύποι που α­ποτελούν ένα σημαντικό ποσοστό του συνόλου και αποδεικνύουν τη μεγάλη ποικιλία της ελληνικής ορνιθοπανίδας.

 

Τα πουλιά επιλέγουν το βιότοπο τους ανάλογα με τις εποχιακές δια­κυμάνσεις και τις οικολογικές ιδιαι­τερότητες για φώλιασμα, ανεύρεση τροφής κ.λπ. κάθε είδους. Έτσι ορι­σμένα είδη είναι στενά εξαρτημένα από ένα είδος βιότοπου, π.χ. ο Αρτε­μης ή ο Μύχος με τα βραχονήσια και την ανοιχτή θάλασσα, η Τσιχλοποταμίδα με τους καλαμιώνες κ.λπ. Αντίθετα, άλλα είδη δείχνουν μια «ευρύτητα» στην εκλογή των βιο­τόπων τους αφού μπορεί κανείς να τα δει ταυτόχρονα ή εποχιακά σε πολλούς   και  ποικίλους  βιότοπο π.χ. οι Κουρούνες συχνάζουν τόσο σα νησιωτικά συμπλέγματα των Κυκλάδων Δωδεκανήσων κ.α. όσο και στα δάση των Γρεβενών κ.α.

Στα πλαίσια μιας ειδικής απογρα­φής στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης  έχουν κατα­γραφεί στην Ελλάδα 93 σημαντικές για τα πουλιά, περιοχές. Σ’ αυτές προστίθενται ακόμη 43, από τις ο­ποίες για άλλες χρειάζονται περισσότερα στοιχεία και για άλλες ουσιαστική και αποτελεσματική προστασία για να ξαναβρούν την παλιότερη αξία τους.

Απ’ όλες αυτές τις 136 σημαντι­κές για τα πουλιά περιοχές της Ελ­λάδας, θα μπορούσαμε ανεπιφύλα­κτα να πούμε, ότι σε γενικές γραμ­μές οι πλουσιότερες σε είδη και πλη­θυσμούς είναι οι υγρότοποι και ιδίως τα δέλτα των ποταμών. Στα οικο­συστήματα αυτά, με τη μεγάλη εναλ­λαγή των επιμέρους βιοτόπων και την αφθονία σε βιομάζα, συγκεντρώ­νονται όλο σχεδόν το χρόνο, πολλά πουλιά για να φωλιάσουν, να ξε­χειμωνιάσουν, να τραφούν ή να ξε­κουραστούν. Το δέλτα του Έβρου, οι υγρότοποι του Πόρτο Λάγος, η Κερκίνη, η Πρέσπα, ο Αμβρακικός, Η λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου είναι υγρότοποι διεθνούς σημασίας και δίνουν στην Ελλάδα μια ξεχωρι­στή θέση στον Ορνιθολογικό χάρτη της Ευρώπης.

Tα πουλιά

Οι γνώσεις μας για τα πουλιά είναι πολύ παλιές. Ήδη από την εποχή του Όμηρου και του Ησίοδου αναφέρονται αρκετά είδη, αλλά ο Αριστοτέλης ήταν εκείνος που στο έργο του «Περί ζώων ιστορία» περι­γράφει, με χαρακτηριστικές λεπτο­μέρειες, την ανατομία, τη ζωή και τις συνήθειες τους.

 

Μέχρι σήμερα στον ελληνικό χώρο έχουν καταγραφεί 408 διαφορετικά είδη πουλιών. Από αυτά γύρω στα 240, δηλαδή το 60%, φωλιάζουν στη χώρα μας. Από τα υπόλοιπα, άλλα είναι μετα­ναστευτικά που περνάνε πάνω από τη χώρα ή σταθμεύουν για πολύ λίγο, άλλα είναι είδη που έρχονται εδώ για να ξεχειμωνιάσουν ενώ με­ρικά ζουν σε άλλες περιοχές (συ­χνά πολύ μακρινές) και εμφανίζονται στην Ελλάδα τυχαία και ακανόνιστα.

 

Η Ελλάδα είναι, από ορνιθολογική άποψη, ιδιαίτερα σημαντική σε Μεσογειακό αλλά και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο, για τέσσερις κυρίως λόγους.

 

α) Είναι χώρος φωλιάσματος πολ­λών ειδών, αρκετά από τα οποία είναι πλέον σπάνια και απειλούνται με εξαφάνιση.

Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν κυρίως τα αρπακτικά και ορισμένα θαλασσοπούλια, υδρόβια και παρυδάτια. Στην Ελλάδα φωλιά­ζουν, σημαντικοί, σε σχέση με άλλες χώρες της πληθυσμοί ειδών, όπως ο Αρτέμης (λίγες χιλιάδες ζευ­γάρια), ο Κρυπτοτσικνιάς (1200 ζευγ.), η Χαλκόκοτα (250 ζευγ.), η Λαγγόνα (250 ζευγ.), ο Ροδοπελεκάνος (110 ζευγ.), ο Αργυροπελεκάνος (155 ζευγ.), ο Θαλασσαετός (2-3 ζευγ.), ο Γυπαετός (30 ζευγ.), ο Μαυρόγυπας (10-15 ζευγ.), το Όρνιο (400 ζευγ.), η Αετογερακίνα (60 ζευγ.), ο Κραυγαετός (50 ζευγ.), ο Βασιλαετός (5-10 ζευγ.), ο Μαυροκέφαλος γλάρος (5.000 ζευγ.) κ.λπ.

Μερικά είδη που φωλιάζουν στη χώρα μας δεν φωλιάζουν πουθενά αλλού στον Ευρωπαϊκό χώρο, όπως π.χ. ο Αμμοπετρόκλης, ο Τουρκοτσοπανάκος και το Σμυρνοτσίχλονο. Άλλα πάλι φωλιάζουν και σε γειτο­νικές χώρες, ο ελληνικός όμως πλη­θυσμός τους είναι μεγαλύτερος ή εξίσου σημαντικός με αυτόν των άλλων χωρών. Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκουν είδη όπως η Καστανόχηνα, ο Μαυροπετρίτης, ο Αιγαιόγλαρος, ο Καλαμοκανάς, ο Μπούφος, η Βαλκανοτσικλιτάρα, ο Μουστακοτσιροβάκος κ.λπ.

β)Εδώ ξεχειμωνιάζει ένας μεγάλος πληθυσμός πουλιών, που προέρχεται κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ρωσία και τη Σκανδιναβία. Τα περισσότερα είδη αυτής της κατηγορίας είναι στρουθιόμορφα, (κυρίως τσίχλες), ερωδιοί, γλάροι και παρυδάτια. Ιδιαί­τερα όμως αξιόλογη είναι η παρου­σία, κατά τους χειμωνιάτικους μήνες, στους ελληνικούς υγρότοπους χιλιά­δων χηνοπαπιών, που αποτελούν σημαντικό τμήμα του πληθυσμού που ονομάζεται Ποντομεσογειακός.

Τους μεγαλύτερους πληθυσμούς συγκεντρώνουν σήμερα ο Αμβρακι­κός, όπου κατά μέσο όρο ξεχειμωνιάζουν 100.000 πάπιες, και το Δέλτα του Έβρου, με 70.000-80.000.

Σημαντικούς πληθυσμούς χηνοπα­πιών αλλά και ερωδιών, κορμορά­νων και άλλων υδρόβιων πουλιών, προσελκύουν επίσης οι υγρότοποι της Κεντρικής Θράκης (Πόρτο Λό­γος, Μητρικού), η Κερκίνη, οι λίμνες Κορώνεια και Βόλβη, το Μεσολόγγι κ.λπ.

Τέλος, η Ελλάδα αποτελεί έναν από τους ελάχιστους χώρους στην Ευρώπη όπου ξεχειμωνιάζουν, έστω και σε πολύ μικρούς αριθμούς, σπά­νια είδη όπως η Νανόχηνα, η Κοκκινόχηνα, το Στεπογέρακο και η Λεπτομύτα, είδος που απειλείται με εξαφάνιση σε παγκόσμια κλίμακα.

γ) Λόγω της γεωγραφικής της θέσης η Ελλάδα είναι ζωτικό σημείο συγκέντρωσης πολλών μεταναστευ­τικών πουλιών κατά τις μετακινήσεις τους πάνω από την Ανατολική Με­σόγειο, από και προς την Αφρική. Έτσι, η χώρα μας λειτουργεί σαν «διάδρομος» μετανάστευσης για ση­μαντικούς πληθυσμούς πουλιών από την Ανατολική κυρίως Ευρώπη, την άνοιξη και το φθινόπωρο.

Η μετανάστευση των πουλιών πά­νω από την Ελλάδα (με τα αμέτρητα νησιά, ακρωτήρια, οροσειρές κ.λπ.), δεν είναι ακόμα καλά μελετημένη. Σε πολύ γενικές γραμμές, πάντως, θα λέγαμε ότι την άνοιξη περνάνε από την Ελλάδα λιγότερα είδη με πιο εμφανείς τις μετακινήσεις τους, ενώ το φθινόπωρο τα είδη και οι πλη­θυσμοί είναι περισσότερα, αλλά η μετανάστευση τους είναι πιο διά­σπαρτη και λιγότερο εμφανής.

δ) Η άλλη ιδιαιτερότητα της χώ­ρας μας έχει επίσης σχέση με τη γεωγραφική της θέση. Λόγω της γειτνίασης της με την Τουρκία αλλά και τα Βορειοανατολικά Βαλκάνια, η Ελλάδα έχει μεγάλο ποσοστό εμφά­νισης πουλιών που με κανονικές συν­θήκες δεν απαντώνται στην υπόλοι­πη Ευρώπη, αφού η κύρια κατανομή τους είναι Ασιατική ή Σιβηρική. Με­ρικά από τα είδη της κατηγορίας αυτής είναι ο Στεπαετός, ο Χλαμυδόγαλος, ο Νυφογερανός, ο Ψαρό-γλαρος, το φοινικοπερίστερο, το Τρυγονοπερίστερο, ο Κηρύλος, το Σμυρνοπούλι, η Ασπρόφτερη Γαλιάντρα, η Χρυσότσιχλα, το Αγιοπούλι, το Πευκοτσίχλονο, κ.ά.

Δυστυχώς, επειδή στη χώρα μας δεν υπάρχουν ακόμα πολλοί παρα­τηρητές πουλιών, μεγάλος αριθμός ειδών αυτής της κατηγορίας περνάει απαρατήρητος. Άλλωστε η εμφάνι­ση τους είναι ακανόνιστη ή τυχαία, σε χώρους που δεν μπορούν να προ­βλεφθούν εκ των προτέρων.

Οι απειλές

Τα τελευταία χρόνια όλο και πε­ρισσότερα είδη πουλιών χάνονται ή κινδυνεύουν να χαθούν για πάντα. Η μείωση αυτή δεν είναι φυσική και οφείλεται κυρίως σε ανθρώπινες δραστηριότητες που επιφέρουν πο­λύ σοβαρές αλλοιώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Οι κυριότερες από αυ­τές είναι: 1

■ η καταστροφή των βιοτόπων (απο­ξηράνσεις υγροτόπων, κοπή φυσι­κών δασών, αλλαγές στη χρήση γης με εκχερσώσεις, εντατικοποίη­ση των καλλιεργειών, διάνοιξη δρόμων στα βουνά, πυρκαγιές)

■ η   αυξανόμενη   χρήση  φυτοφαρ­μάκων και εντομοκτόνων

■ το εντατικό και παράνομο κυνήγι, η ταρίχευση, το εμπόριο

■ η σύλληψη πουλιών με δίχτυα ή άλλες παγίδες όπως οι ξόβεργες

■ ο ανεξέλεγκτος τουρισμός

■ η ενόχληση κατά την περίοδο της αναπαραγωγής.

Πουλιά που στο παρελθόν φώ­λιαζαν στην Ελλάδα όπως ο Γερανός και η Ωτίδα, παρατηρούνται πια μόνο το χειμώνα ή την περίοδο της μετα­νάστευσης. Άλλα όπως ο φραγκολίνος και η Σουλτανοπουλάδα, έχουν εξαφανιστεί τελείως.

Σήμερα, αρκετά από τα είδη που υπάρχουν στη χώρα μας και απει­λούνται άμεσα με εξαφάνιση, είναι σπάνια ή κινδυνεύουν ήδη να χα­θούν και από την υπόλοιπη Ευρώπη. Ενδεικτικά αναφέρουμε τον Αργυροπελεκάνο, το Ροδοπελεκάνο, την Πλαταλέα, τη Χαλκόκοτα, την Καστανόχηνα, το Θαλασσαετό, το Βασιλαετό, το Μαυρόγυπα, την Αγκαθοκαλημάνα, τη Χαμωτίδα.

Δυστυχώς, η ριζική αντιμετώπιση των κινδύνων που απειλούν τα πουλιά, έρχεται σε αντίθεση με τη λογική της Ανάπτυξης, που αντιμε­τωπίζει το περιβάλλον σαν άθροι­σμα φυσικών πόρων. Έτσι οι βιό­τοποι θυσιάζονται στο όνομα της εκβιομηχάνισης και του εκσυγχρονι­σμού της γεωργίας, τα φυτοφάρμα­κα γίνονται όλο και πιο απαραίτητα, όσο η γεωργική παραγωγή πρέπει να τροφοδοτεί τα συνεχώς διογκού­μενα αστικά κέντρα, ενώ το κυνήγι από μέσο διατροφής, μετατρέπεται σε μέσο εκτόνωσης του σύγχρονου ανθρώπου.

Θα πρέπει όμως, πάντα, να θυμό­μαστε, ότι όταν ένα είδος χάνεται, η οικολογική ισορροπία διαταράσσεται. Το γεγονός αυτό έχει σοβαρές και πολύ συχνά, απρόβλεπτες συνέπειες, όχι μόνο για το φυσικό περιβάλλον, αλλά και για τον άνθρωπο που είναι αναπόσπαστο μέρος της φύσης.

Κείμενο: Γ. Χανδρινός Πηγή : Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία www.ornithologiki.gr